About Report a problem

Menu

μελιηδής

μελιηδής, honey-sweet

μελῐ-ηδής, Dor. μελῐ-ᾱδής, ές, Aeol. μελῐ-άδης, (ἡδύς)
  • honey-sweet, οἴνου . . μελιηδέος Il. 4.346; οἶνός σε τρώει μελιηδής Od. 21.293; λωτοῖο μελιηδέα καρπόν 9.94; τὼ μελιάδεος (sc. οἴνου) Alc. 45, cf. Id. p.31 Lobel, Pi. Fr. 166.1.
      • 2 metaph., μελιηδέα θυμὸν ἀπηύρα Il. 10.495; νόστον δίζηαι μελιηδέα Od. 11.100; ἐμὲ μελιηδὴς ὕπνος ἀνῆκε 19.551; γᾶρυς Simon. 41.

Saved

Recent