μελιειδής Save LSJ Bailly 2024 Pape μελιειδής, ές, f.l. for μελιηδής, Hp. Aff. 55. μελι·ειδής, ής, ές, semblable à du miel, Hpc. 529, 42. Étym. μέλι, εἶδος. μελιειδής, ές, honigartig, Hippocr., l.d.