Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταληπτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετακομιστέος
μετακόνδυλα
μετακόνδυλοι
μετακόπτω
μετακοσμέω
μετακόσμησις
μετακόσμιος
μετακρούω
μετακτέον
μετακτίζω
μετακύβευσις
μετακυβεύω
μετακυκλέομαι
μετακυλινδέω
μετακυλίνδω
μετακυμία
μετακύμιος
μετακύνιον
μετακύριον
μεταλαγχάνω
μεταλαμβάνω
μεταλαμπαδεύομαι
μεταλαμπαδεύω
μεταλγέω
μεταλγής
μεταλδήσκω
μεταλήγω
μετάλημψις
μεταληπτέον
μεταληπτικός
μεταληπτικῶς
μεταληπτός
μετάληψις
Μεταλία
μεταλισχευτέον
μεταλλαγά
μεταλλαγή
μεταλλακτέον
μεταλλακτήρ
μεταλλακτός
μετάλλαξις
μεταλλάρχης
μεταλλάσσω
μετάλλατος
μεταλλάττω
μεταλλάω
μεταλλεία
μεταλλεῖον
μεταλλεύς
μετάλλευσις
μεταλλευτήρ
μεταλλευτής
μεταλλευτικός
μεταλλευτός
μεταλλεύω
μεταλλήγω
μετάλλητος
μεταλλίζομαι
μεταλλίζω
μεταλλικός
μετάλλιον
…
μεταληπτικῶς
Save
Bailly 2024
μεταληπτικῶς,
adv.
par métalepse,
t. de gr.
Tryph.
Trop.
p. 739
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}