μεταληπτέον
μεταληπτέον, one must have a share of
μετα-ληπτέον,
- one must have a share of, τῷ ἑνὶ μ. οὐσίας Pl. Prm. 163d: abs., Iamb. Protr. 21.ιθ.
- II one must take instead, τι ἀντί τινος Arist. APr. 48a27.
- III pl. μεταληπτέα, one must resume, τοῦ προτέρου λόγου Agath. 3.1.
μεταληπτέον, vb. de μεταλαμβάνω, Plat. Parm. 163d ; Hld. 1, 14, etc.