μεταχάζομαι
μεταχάζομαι, shrink from
μεταχάζομαι,
- shrink from, c. gen., μεταχάσσεαι ἀμήτοιο A.R. 3.436.
μετα·χάζομαι, s’éloigner de, gén. A. Rh. 3, 436.
μεταχάζομαι, (χάζομαι), zurückweichen, τινός, Ap.Rh. 3.436.