Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταχειρέομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεταφορικός
μεταφορικῶς
μεταφράζομαι
μεταφράζω
μετάφρασις
μεταφραστής
μεταφραστικός
μετάφρενον
μεταφρίσσω
μεταφρονέω
μεταφύομαι
μεταφυτεία
μεταφύτευσις
μεταφυτευτέον
μεταφυτευτέος
μεταφυτεύω
μεταφύω
μεταφωνέω
μεταφωτίζομαι
μεταφωτίζω
μεταχάζομαι
μεταχάλκευσις
μεταχαλκεύω
μεταχαρακτηρίζω
μεταχαρακτηρισμός
μεταχάραξις
μεταχαράσσω
μεταχάσκω
μεταχειμάζω
μεταχείμασις
μεταχειρέομαι
μεταχείρημα
μεταχείρησις
μεταχειρίζω
μεταχείριος
μεταχείρισις
μεταχειρισμός
μεταχειριστέον
μεταχειριστέος
μεταχειριστικός
μεταχειρόω
μεταχεύομαι
μεταχεύω
μεταχέω
μεταχηματισμός
μεταχθόνιος
μετάχοιρον
μεταχρηματίζω
μεταχρονέω
μεταχρόνιος
μετάχρονος
μεταχρωματίζω
μεταχρώννυμι
μεταχρωστέον
μεταχυμίζω
μετάχυσις
μεταχωνεύω
μεταχωρέω
μεταχώρησις
μεταψαίρω
μεταψαλάσσω
…
μεταχειρέομαι
Save
LSJ
μεταχειρ-έομαι,
= μεταχειρίζομαι,
Hp.
Decent.
6.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}