μεταχαρακτηρισμός
μεταχαρακτηρισμός, change of form
μεταχᾰρακτηρ-ισμός, ὁ,
- change of form or type, Ammon. Diff. pp. 13,91 V.
μεταχαρακτηρισμός, ὁ, das Umprägen, Umbilden, Sp.