Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μεταχάλκευσις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μεταφέψω
μετάφημι
μεταφημίζω
μεταφοιτάω
μεταφοίτησις
μεταφορά
μεταφορέω
μεταφορητός
μεταφορίζω
μεταφορικός
μεταφορικῶς
μεταφράζομαι
μεταφράζω
μετάφρασις
μεταφραστής
μεταφραστικός
μετάφρενον
μεταφρίσσω
μεταφρονέω
μεταφύομαι
μεταφυτεία
μεταφύτευσις
μεταφυτευτέον
μεταφυτευτέος
μεταφυτεύω
μεταφύω
μεταφωνέω
μεταφωτίζομαι
μεταφωτίζω
μεταχάζομαι
μεταχάλκευσις
μεταχαλκεύω
μεταχαρακτηρίζω
μεταχαρακτηρισμός
μεταχάραξις
μεταχαράσσω
μεταχάσκω
μεταχειμάζω
μεταχείμασις
μεταχειρέομαι
μεταχείρημα
μεταχείρησις
μεταχειρίζω
μεταχείριος
μεταχείρισις
μεταχειρισμός
μεταχειριστέον
μεταχειριστέος
μεταχειριστικός
μεταχειρόω
μεταχεύομαι
μεταχεύω
μεταχέω
μεταχηματισμός
μεταχθόνιος
μετάχοιρον
μεταχρηματίζω
μεταχρονέω
μεταχρόνιος
μετάχρονος
μεταχρωματίζω
…
μεταχάλκευσις
Save
Pape
μεταχάλκευσις
, ἡ,
das Umschmieden, Umarbeiten
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}