μοιχευτής
μοιχευτής, adulterer
μοιχ-ευτής, οῦ, ὁ,
- adulterer, Man. 4.305.
μοιχευτής, οῦ (ὁ) homme adultère, Man. 4, 305.
Étym. μοιχεύω.
μοιχευτής, ὁ, = μοιχευτήρ, v.l. μοιχάτης.
μοιχευτής, adulterer