About Report a problem

Menu

μοιχεία

μοιχεία, adultery

μοιχ-εία, ἡ,
  • adultery, And. 4.10, Lys. 1.36, Pl. R. 443a (pl.); μοιχείας γραφαί Phot., Suid. s.v. πέμπτῃ φθίνοντος.

Saved

Recent