μοιχοσύνη Save LSJ Bailly 2024 Pape μοιχοσύνη, ἡ, poet. for μοιχεία, Man. 4.394. μοιχοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] c. μοιχεία, Man. 4, 394. μοιχοσύνη, ἡ, = μοιχεία, Maneth. 4.394.