Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοκρότου
μοκρότου, frankincense
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοιχαλώσια
μοιχάομαι
μοιχάς
μοιχάτης
μοιχάω
μοιχεία
μοιχευτήρ
μοιχευτής
μοιχευτός
μοιχεύτρια
μοιχεύω
μοιχή
μοιχιαῖος
μοιχίδιος
μοιχικός
μοίχιος
μοιχίς
μοιχογέννητος
μοιχοκτόνος
μοιχολέτης
μοιχόληπτα
μοιχοληπτία
μοιχόληπτος
μοιχός
μοιχοσύνη
μοιχότροπος
μοιχοτύπη
μοιχώδης
μοκκώνωσις
μοκλός
μοκρότου
μόκρων
μολάχη
μολβίς
μόλγης
μόλγινος
μολγός
μολεῖν
μολεύω
μολέω
μόλησις
μόλθακος
μολιβαχθής
μολιβδ
μολίβδαινα
μολιβδαῖος
μολιβδαχθής
μολίβδεος
μολιβδεργός
μολιβδικός
μολίβδινος
μολίβδιον
μολιβδίς
μολιβδοειδής
μόλιβδος
μολιβδουργός
μολιβδοχοέω
μολιβδόχρους
μολιβδόχρως
μολιβδόω
μολιβδώδης
…
μοκρότου
Save
μοκρότου, frankincense
LSJ
μοκρότου, τό,
a kind of
frankincense,
Peripl.M.Rubr.
9, 10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}