μοιχώδης Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands μοιχώδης, ες, = μοιχικός, Com.Adesp. 19.5 D., Ptol. Tetr. 184. μοιχώδης, ης, ες, c. μοιχικός, Ptol. Tetr. 184. Étym. μοιχός, -ωδης. μοιχώδης -ες [μοιχός] overspelig lijkend.