Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοχθόω
μοχθόω, weary
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μουσουργός
μουσόφθαρτος
μουσοφιλής
μουσοφίλης
μουσοφίλητος
μουσοχαρής
μουσόω
μουστάκια
μουστάκιον
μουστάριον
μοὖστι
μουστόπιττα
μοῦστος
μούσχανον
μουσῳδός
μούσωνες
Μουτίνη
μοχθέω
μοχθήεις
μόχθημα
μοχθηρία
μοχθηρόομαι
μοχθηρός
μοχθηρόω
μοχθηρῶς
μοχθητέον
μοχθητέος
μοχθίζω
μοχθισμός
μόχθος
μοχθόω
μοχθώδης
μοχλά
μοχλεία
μόχλευσις
μοχλευτής
μοχλευτικός
μοχλεύω
μοχλέω
μοχλία
μοχλικός
μοχλίον
μοχλίσκος
μοχλοειδής
μοχλόλιθος
μοχλός
μοχλόω
μοχοῖ
Μόψιον
Μοψόπειος
Μοψοπία
Μοψόπιοι
μόψος
Μόψος
Μόψου ἑστία
Μοψουεστία
Μόψοψ
μῦ
μύ
μῦα
μύα
…
μοχθόω
Save
μοχθόω, weary
LSJ
μοχθ-όω,
weary,
Aq.
Is.
7.13.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}