μοχθήεις Save LSJ Pape μοχθ-ήεις, εσσα, εν, = μοχθηρός, Nic. Al. 617. μοχθήεις, εσσα, εν, p. = μοχθηρός, Nic. Al. 538 (616), Schol. erkl. ἐπίπονος.