Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ναυσίφιλος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναυσιάω
ναυσιβάτης
ναυσίβιος
ναυσίδρομος
Ναυσίθοος
Ναυσικάα
ναυσικλειτός
Ναυσικλῆς
ναυσικλυτός
Ναυσικράτης
Ναυσικύδης
Ναυσιμάχη
Ναυσίμαχος
Ναυσιμένης
Ναυσινίκη
Ναυσίνικος
Ναυσίνοος
ναυσιόεις
ναυσίον
ναυσιπέδη
ναυσιπέρατον
ναυσιπέρατος
ναυσίποδες
ναυσίπομπος
ναυσιπομπός
ναυσίπορος
ναυσιπόρος
ναυσίστονος
Ναυσιστράτη
ναυσιφθόρος
Ναυσίφιλος
ναυσιφόρητος
ναυσιώδης
ναυσίωσις
ναυσοίκητος
ναῦσσον
ναύσταθμον
ναύσταθμος
ναύστης
ναυστιλεία
ναυστολέω
ναυστόλημα
ναυστόλησις
ναυστολία
ναυστολογέω
ναυστολόγος
ναύστολος
Ναύστροφος
Ναύσων
ναυταρίδιον
ναύτας
ναυτεία
Ναυτεύς
ναύτης
ναυτία
ναυτιασμός
ναυτιάω
ναυτιεύς
ναυτίη
ναυτικός
ναυτικῶς
…
Ναυσίφιλος
Save
Bailly 2024
Ναυσί·φιλος,
ου
(
ὁ
)
[
ῐῐ
] Nausiphilos,
h.
Dém.
1367, 5
.
Étym.
ν. φίλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}