Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ναυσίμαχος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ναυπλιεύς
ναύπλιος
Ναύπλιος
ναύποδα
ναύποδες
ναύπορος
ναυπόρος
Ναύπορτος
ναύπρηστις
ναυπρύτανις
ναῦρα
ναυρός
ναῦς
ναῦσθλον
ναυσθλόω
ναυσία
ναυσίασις
ναυσιασμός
ναυσιάω
ναυσιβάτης
ναυσίβιος
ναυσίδρομος
Ναυσίθοος
Ναυσικάα
ναυσικλειτός
Ναυσικλῆς
ναυσικλυτός
Ναυσικράτης
Ναυσικύδης
Ναυσιμάχη
Ναυσίμαχος
Ναυσιμένης
Ναυσινίκη
Ναυσίνικος
Ναυσίνοος
ναυσιόεις
ναυσίον
ναυσιπέδη
ναυσιπέρατον
ναυσιπέρατος
ναυσίποδες
ναυσίπομπος
ναυσιπομπός
ναυσίπορος
ναυσιπόρος
ναυσίστονος
Ναυσιστράτη
ναυσιφθόρος
Ναυσίφιλος
ναυσιφόρητος
ναυσιώδης
ναυσίωσις
ναυσοίκητος
ναῦσσον
ναύσταθμον
ναύσταθμος
ναύστης
ναυστιλεία
ναυστολέω
ναυστόλημα
ναυστόλησις
…
Ναυσίμαχος
Save
Bailly 2024
Ναυσί·μαχος,
ου
(
ὁ
)
[
ῐᾰ
] Nausimakhos,
h.
Dém.
984
.
Étym.
ν. μάχομαι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}