Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ναυσίον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναυπόρος
Ναύπορτος
ναύπρηστις
ναυπρύτανις
ναῦρα
ναυρός
ναῦς
ναῦσθλον
ναυσθλόω
ναυσία
ναυσίασις
ναυσιασμός
ναυσιάω
ναυσιβάτης
ναυσίβιος
ναυσίδρομος
Ναυσίθοος
Ναυσικάα
ναυσικλειτός
Ναυσικλῆς
ναυσικλυτός
Ναυσικράτης
Ναυσικύδης
Ναυσιμάχη
Ναυσίμαχος
Ναυσιμένης
Ναυσινίκη
Ναυσίνικος
Ναυσίνοος
ναυσιόεις
ναυσίον
ναυσιπέδη
ναυσιπέρατον
ναυσιπέρατος
ναυσίποδες
ναυσίπομπος
ναυσιπομπός
ναυσίπορος
ναυσιπόρος
ναυσίστονος
Ναυσιστράτη
ναυσιφθόρος
Ναυσίφιλος
ναυσιφόρητος
ναυσιώδης
ναυσίωσις
ναυσοίκητος
ναῦσσον
ναύσταθμον
ναύσταθμος
ναύστης
ναυστιλεία
ναυστολέω
ναυστόλημα
ναυστόλησις
ναυστολία
ναυστολογέω
ναυστολόγος
ναύστολος
Ναύστροφος
Ναύσων
…
ναυσίον
Save
Pape
ναυσίον
, τό, dim. von ναῦς,
Schiffchen
, Tzetz.
Exeg. in Il
. 87.5,
l.d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}