ναυσιπέρατος
ναυσιπέρατος, navigable
ναυσι-πέρᾱτος, Ion. νηυσιπέρητος, ον,
- navigable, Hdt. 1.189, 193, 5.52, Arist. Mete. 351a18, D.H. 3.44.
ναυσι·πέρατος, ος, ον [ῐᾱ] traversé par des navires, Arstt. Meteor. 1, 13 ; DH. 3, 44 ||
➳ Ion. νηυσιπέρητος, Hdt. 1, 189, 193 ; 5, 52.
Étym. ν. πέρατος.
ναυσιπέρατος
ναυσῐ-πέρᾱτος, Ionic νηυσι-πέρητος, ον
= ναυσίπορος
- navigable or (perhaps) to be crossed by a ferry, Hdt.