ναυσίπομπος
ναυσίπομπος, ship-wafting
ναυσί-πομπος, ον,
- ship-wafting, αὔρα E. Ph. 1712 (lyr.).
ναυσίπομπος, schiffe geleitend, αὔρα, die Schiffe entsendender, günstiger Wind, Eur. Phoen. 1706.
ναυσίπομπος
ναυσί-πομπος (ῐ), ον
- act. ship-wafting, Eur.