νομιτεύομαι
νομῐτεύομαι,
- = νομίζω I.3, μέτροις οἷς ἡ πόλις ν. OGI 579 (Cilicia); ἀστραγάλοις ν. Phld. Sto. 339.14.
- II Pass., = νομιστεύομαι, OGI 339.44 (Sestos, ii B.C.), PFlor. 1.6 (ii A.D.), etc.