νομογραφικός
νομογραφικός, drawn up by a νομογράφος II
νομο-γρᾰφικός, ή, όν,
- drawn up by a νομογράφος II, ἐπιστολή BGU 1135.7 (i B.C.).
νομογραφικός, drawn up by a νομογράφος II