Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νόσιος
Νόσιος, Healer
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοσακερός
νοσαλέος
νόσανσις
νοσαχθής
νοσερός
νοσερότης
νοσερῶς
νόσευμα
νοσεύομαι
νοσεύω
νοσέω
νοσηλεία
νοσήλεια
νοσηλεύω
νοσήλια
νοσηλία
νοσήλιος
νοσηλός
νοσηλῶς
νόσημα
νοσηματικός
νοσηματικῶς
νοσημάτιον
νοσηματώδης
νοσηματωδῶς
νοσήμη
νοσηρός
νοσητήριος
νοσηφόρος
νοσίζω
Νόσιος
νοσοβαρής
νοσογνωμονική
νοσογνωμονικός
νοσογνώμων
νοσοεργός
νοσόθυμος
νοσοκομεῖον
νοσοκομέω
νοσοκόμησις
νοσοκομία
νοσοκόμος
νοσολογέω
νοσολύτης
νοσομελής
νοσοποιέω
νοσοποιός
νόσος
νοσοτροφία
νοσοτυφέω
νοσοφόρος
νοσσ
νοσσάκιον
νόσσαξ
νοσσάριον
νοσσάς
νοσσὰς ὄρνις
νοσσεύω
νοσσιά
νοσσία
νοσσίον
…
Νόσιος
Save
Νόσιος, Healer
LSJ
Νόσιος, ὁ,
Healer,
title of Zeus,
Schwyzer
725.9 (Milet., vi/v B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}