νοσηματώδης
νοσηματώδης, ailing, sickly
νοσ-ημᾰτώδης, ες,
- = νοσώδης, Arist. GA 727b28, EN 1149a6, Ptol. Tetr. 188. Adv. νοσηματωδῶς, ἔχειν Arist. EN 1148b33.
νοσηματώδης, ης, ες [ᾰ] maladif, Arstt. Nic. 7, 5, 3, etc.
Étym. νόσημα, -ωδης.
νοσηματώδης, ες, = νοσηματικός ; Arist. Eth. 7.5, gen.an. 1.19 ; νοσηματωδῶς ἔχειν, eth. 7.6.
νοσηματώδης
from νόσημα
νοσημᾰτ-ώδης, ες
= νοσώδης, Arist.