οὐρανοπολῖτις Save Bailly 2024 Pape οὐρανο·πολῖτις, ίτιδος (ἡ) [ᾰ] habitante du ciel, Chrys. 6, 978. Étym. οὐρ. πολίτης. οὐρανοπολῖτις, fem. zu οὐρανοπολίτης.