οὐρανόπλαγκτος
οὐρανόπλαγκτος, Wandering through heaven
οὐρᾰνό-πλαγκτος, ον,
- Wandering through heaven, Orph. H. 21.1, Man. 4.623.
οὐρανό·πλαγκτος, ος, ον [ᾰ] qui erre à travers le ciel, Orph. H. 20, 1 ; Man. 4, 623.
Étym. οὐρ. πλαγκτός.
οὐρανόπλαγκτος, den Himmel durchirrend ; βίος, Maneth. 4.623 ; Orph. H. 20.1.