παλιντράπελος
παλιντράπελος, causing a change
πᾰλιν-τράπελος [τρᾰ], ον,
- = παλίντροπος II.2, Pi. O. 2.37.
παλιν·τράπελος, ος, ον [ᾰᾰ] changeant, contraire, Pd. O. 2, 69.
Étym. π. τρέπω.
παλιντράπελος, = παλίντροπος ; μοῖρα θεόρτῳ σὺν ὄλβῳ ἐπί τι καὶ πῆμʼ ἄγει παλιντράπελον ἄλλῳ χρόνῳ, Pind. Ol. 2.37, Schol. ἀντεστραμμένον ; Poll. 6.164 nennt das W. βίαιον.
πᾰλιντρᾰπελος
- 1causing a change Μοῖρʼ πῆμʼ ἄγει παλιντράπελον ἄλλῳ χρόνῳ O. 2.37
παλιντράπελος
πᾰλιν-τράπελος, ον,
= παλίντροπος, Pind.