πανέσχατος
πανέσχατος, last of all
πᾰν-έσχᾰτος, ον,
- last of all, A.R. 4.308.
παν·έσχατος, ος, ον [ᾰᾰ] tout à fait le dernier, A. Rh. 4, 308.
Étym. π. ἔσχατος.
πανέσχατος, der allerletzte, Ap.Rh. 4.308.