παρακατέχω
παρακατέχω, to keep back, restrain, detain
παρακατ-έχω,
- keep back, detain, Plb. 1.66.5, etc.; restrain, τινας Th. 8.93; τὴν ὁρμήν τινος, τὸν ἴδιον θυμόν, Plb. 5.67.11, 15.4.11; π. τὰς ὠδῖνας check them, D.S. 4.9; π. τὰ ὑγρά checks their circulation, Heraclid.Tar. ap. Ath. 2.64f.
- 2 retain possession of, τὸν Ἀκροκόρινθον Plb. 18.45.12.
- II Pass., to be detained, ὑπὸ τοῦ Σαράπιος UPZ 8.19 (ii B. C.).
παρα·κατέχω (f. -καθέξω, ao. 2 -κατέσχον, etc.) retenir, arrêter, Thc. 8, 93 ; Pol. 1, 66, 5, etc. ; fig. τὰς ὠδῖνας, DS. 4, 9, calmer la douleur.
παρακατέχω, (ἔχω), bei sich zurückhalten ; Thuc. 8.93 ; Pol. 1.66.55 u. öfter ; βουλομένου εἰσιέναι, παρακατέσχε τις τῶν ῥαβδούχων, 5.26.10 ; Sp.; auch neben κωλῦσαι τὴν ὁρμήν, Pol. 2.67.11 ; θυμόν, 13.4.11 ; τῇ μνήμῃ, im Gedächtnis behalten, Sp.
παρακατέχω
fut. -καθέξω
- to keep back, restrain, detain, Thuc.