παρακρουσμός Save Bailly 2024 Pape παρακρουσμός, οῦ (ὁ) c. παράκρουσις, Moschion Mul. pass. 127, p. 65, l. 4. παρακρουσμός, ὁ, = παράκρουσις, Wahnsinn, Sp.