παρακρουστικός
παρακρουστικός, deceitful
παρα-κρουστικός, ή, όν,
- = παρακοπτικός, Hp. Prorrh. 1.11; πυρετός Ruf. ap. Orib. 45.30.59; ἀγρυπνίαι Gal. 7.467.
- II deceitful, Poll. 4.21. Adv. -κῶς ib. 51.
παρακρουστικός, ή, όν, qui frappe l’esprit, qui trouble la raison, Hpc. Prorrh. 68, etc.
Étym. παρακρούω.
παρακρουστικός, ή, όν, = παρακοπτικός, Hippocr. u. Sp.; betrügend, täuschend, Poll. 4.21.