Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρακροατής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παράκομος
παρακονάω
παρακονίασις
παρακονιάω
παρακοντίζω
παρακοπή
παράκοπος
παρακοπτικός
παρακόπτω
παρακορέω
παράκοσμος
παρακόσμως
παρακοτέω
παράκουσις
παράκουσμα
παρακουσμάτιον
παρακουστέον
παρακουστέος
παρακουφίζω
παρακούω
παρακρατέω
παρακρατητέον
παρακρέκω
παρακρέμαμαι
παρακρεμάννυμι
παράκρημνος
παρακρίνω
παρακριτής
παρακροάομαι
παρακρόασις
παρακροατής
παρακροκίζω
παρακροτέω
παράκρουσις
παρακρουσιχοίνικος
παράκρουσμα
παρακρουσμός
παρακρουστικός
παράκρουστος
παρακρούω
παρακρύπτω
παράκρυψις
παρακρώζω
παρακταῖος
παρακτάομαι
παρακτέον
παράκτης
παράκτησις
παρακτίδιος
παρακτικός
παράκτιος
παρακυέω
παράκυκλος
παρακυλίω
παρακυμάτιος
παρακυνάγχη
παρακυπαρίσσιος
παρακυπτικός
παρακύπτω
παρακυρέω
παρακυρόω
…
παρακροατής
Save
Pape
παρακροατής
, [οᾱ], ὁ,
der Verhörende, Mißverstehende
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}