Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραστάνω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρασοβέω
παρασοφίζομαι
παρασόφισμα
παρασπαίρω
παρασπάς
παράσπασις
παρασπασμός
παρασπάω
παρασπειράομαι
παρασπειράω
παρασπείρω
παρασπίζω
παρασπιστής
παρασπόνδειος
παρασπονδέω
παρασπόνδημα
παρασπόνδησις
παρασπονδητής
παράσπονδος
παρασπορά
παρᾶσσον
παραστάδιον
παρασταδόν
παραστάζω
παρασταθμίδες
παρασταθμίζω
παράσταθμον
παράσταθμος
παρασταίης
παράσταμα
παραστάνω
παραστάς
παραστάσιμος
παράστασις
παραστάτας
παραστατέον
παραστατέω
παραστάτης
παραστατικός
παραστατικῶς
παραστάτις
παρασταυρόω
παραστεγάζω
παραστέγη
παραστείχω
παραστέλλω
παράστεμα
παραστενάχομαι
παραστενάχω
παραστήκω
παραστήλη
παράστημα
παραστήσεσθαι
παραστίζω
παραστίλβω
παραστιχίδιον
παραστιχίς
παραστολεύς
παραστομόω
παραστορέννυμι
παραστόρνυμι
…
παραστάνω
Save
LSJ
παραστάνω [
στᾰ],
= παρίσταμαι (v.
παρίστημι
C. I.1),
IG
2(2).1368.76.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}