παραχαλασμάτιον
παραχᾰλ-ασμάτιον, τό,
- = χαλασμάτιον, Hero Aut. 23.8.
παραχαλασμάτιον, ου (τὸ) [χᾰμᾰ] léger relâchement, Héron Aut. 268.
Étym. *παραχάλασμα, de παραχαλάω.
παραχαλασμάτιον, τό, dim. zu παραχάλασμα, Mathem.