παραφύλαξ
παραφύλαξ, watcher, guard
παραφύλ-αξ [ῠ], ᾰκος, ὁ,
- watcher, guard, BCH 32.499 (Aphrodisias), Suid. s.v. δεξιολάβος.
παραφύλαξ, ακος, ὁ, Wächter, Beobachter, Sp.