παραφυκτός
παραφυκτός, v. παρφυκτός.
παραφυκτός, poét. παρφυκτός, ός, όν, qu’il faut ou qu’on peut éviter, Pd. P. 12, 30.
Étym. παραφεύγω.
παραφυκτός, poet. παρφυκτός, zu entfliehen, τό γε μόρσιμον οὐ παρφυκτόν, Pind. P. 12.30.