παρόδευσις Save LSJ Bailly 2024 Pape παρόδ-ευσις, εως, ἡ, = παροδεία, Procl. Par.Ptol. 200. παρόδευσις, εως (ἡ) action de passer auprès, Procl. Ptol. 200. παρόδευσις, = παροδεία, Procl.