Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πάροιθα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρόα
παρογκόομαι
παροδεία
παροδέομαι
παροδεύσιμος
παρόδευσις
παροδευτικός
παροδεύω
παροδηγέω
παροδία
παροδικός
παροδικῶς
παρόδιος
παροδίτης
παροδῖτις
παροδοιπορέω
παροδοιπόρος
παροδοποιέω
πάροδος
παροδοῦμαι
παροδύρομαι
παροδώτης
παροίγνυμι
παροίγω
παροιδαίνω
παροιδέω
παροίδησις
παροιδίσκομαι
παροιδίσκω
πάροιθ
πάροιθα
πάροιθε
πάροιθεν
παροικεσία
παροικέω
παροίκησις
παροικία
παροικίζω
παροικικός
παροικίς
παροικοδομέω
παροικοδόμημα
πάροικος
παροιμία
παροιμιάζω
παροιμιακός
παροιμιακῶς
παροιμιαστής
παροιμιογράφος
παροίμιον
παροιμιώδης
πάροιμος
παροινέω
παροίνημα
παροινία
παροινιάζω
παροινικός
παροίνιος
πάροινος
παροινοχοέω
πάροιος
…
πάροιθα
Save
LSJ
πάροιθα, Aeol., = sq.,
Alc.
Oxy.
1789
Fr.
1 ii 5 (fort.
πάροιθʼ
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}