πάροιθε
πάροιθε, before, in the presence of
- I Prep. c. gen. loci, before, and c. gen. pers., in the presence of, π. μεγάροιο, αὐτοῖο, Od. 4.625, Il. 1.360, etc.; separated from its case, π. ἐλθοῦσα, φίλον τέκος, ἵζευ ἐμεῖο 3.162, cf. 14.427, etc.; after its case, Κορωνήας . . π. Alc. 9.
- 2 of Time, π. ἐμοῦ before me, A. Pr. 503; κείνου π. S. Tr. 605.
- II Adv.,
- 1 of Place, before, in front, οἵ δεύτεροι οἵ τε πάροιθεν Il. 23.498, cf. 213, 6.319, etc.
- 2 of Time, formerly, 23.20, 180, Od. 6.174, Pi. O. 13.102, A. Ag. 1372; before it got so far, Il. 4.185; τὸ πάροιθεν Od. 1.322, 2.312, 18.275; οἱ π. men of old, Pi. P. 2.60; τῆς π. ἡμέρας E. Ph. 853, cf. A. Pers. 180; πάροιθεν πρὶν . . ἐκπέμψαι, = Lat. priusquam, S. El. 1131: also c. inf., = πρίν, π. ἐπὶ νῆα κατελθεῖν Theoc. 17.48; cf. παροίτερος, παροίτατος.
1. adv., comp.
a. van plaats aan de voorkant; subst.:
b. van tijd tevoren, vroeger;
2. prep. met gen.
a. van plaats voor, tegenover.
b. van tijd voor:
1) als praep. mit dem gen. vor, vom Orte, ante u. coram, Hom. καί ῥα πάροιθʼ αὐτοῖο καθέζετο, Il. 1.360 ; μνηστῆρες δὲ πάροιθεν Ὀδυσσῆος μεγάροιο δίσκοισιν τέρποντο, Od. 17.294 ; folgende Dichter ; auch von der Zeit, χρυσὸν δέ τις φήσειεν ἂν πάροιθεν ἐξευρεῖν ἐμοῦ, Aesch. Prom. 501 ; vgl. Soph. Trach. 605.
2) als adv. vormals, von der Zeit, πάντα γὰρ ἤδη σοι τελέω τὰ πάροιθεν ὑπέστην Il. 23.20 ; auch τὸ πάροιθε, Od. 18.275 u. öfter ; οἱ πάροιθε, die Vorfahren, Pind. P. 2.60 ; τῆς πάροιθεν εὐφρόνης, Aesch. Pers. 176 ; οὔτε πάροιθεν, οὔτε νῦν, Soph. O.R. 491 ; τῆς πάροιθεν ἡμέρας, Eur. Phoen. 860 ; Soph. vrbdt auch πάροιθεν ἐκλιπεῖν βίον πρίν –, El. 1131 ; vom Orte, Range, οἳ δεύτεροι οἵ τε πάροιθεν, Il. 23.498. Vgl. noch παροίτερος.
[*πάροι, locative adv.(cf. πάρος) + -θε 2.]
- 1
In front, before : π. λάμπετο δουρὸς αἰχμή (before him as he went) Il. 6.319=Il. 8.494. Cf. Il. 20.437 (at the point), Il. 23.213 (before them): Od. 7.125 (in the foreground), Od. 19.33 (going before them), 227 (app., on the face of the περόνη).
Leading in a race Il. 23.498.
With genit., in front of, before : π. αὐτοῖο καθέζετο Il. 1.360, 500. Cf. Il. 3.162, Il. 14.427, Il. 15.154 (into his presence), Il. 16.255 : Od. 4.625 = Od. 17.167, Od. 16.166.
- 2
In temporal sense.
- a
Before the happening of something : π. εἰρύσατο ζωστήρ (before the arrow got so far) Il. 4.185. Cf. Il. 15.227 (before it came to that) : Od. 6.174 (ere that).
- b
In time past, formerly : ἀλλοῖος ἠὲ π. Od. 16.181. Cf. Il. 23.20 = 180 : Od. 17.294.
So τὸ π. : μᾶλλον ἔτʼ ἢ τὸ π. Od. 1.322. Cf. Od. 2.312, Od. 18.275.
- a
- 1
- 1before τὰ δʼ Ὀλυμπίᾳ αὐτῶν ἔοικεν ἤδη πάροιθε λελέχθαι O. 13.102 τῶν πάροιθε γενέσθαι ὑπέρτερον P. 2.60 ἦν γὰρ τὸ πάροιθε fr. 33d. 1. πολ]λὰ μὲν τὰ παροιθ[ Παρθ. 2. 31.
- Iprep. c. gen.
- 1before, in the presence of, Hom.
- 2of Time, π. ἐμοῦ before me, Aesch.
- IIadv.,
- 1of Place, before, in front, Il.
- 2of Time, before this, formerly, Hom., Trag.; οἱ π. men bygone, Pind.; τῆς π. ἡμέρας Eur.
- 3πάροιθεν πρὶν . ., Lat. priusquam, Soph.
-
…τῆς ἕτερον μὲν θειλόπεδον λευρῷ ἐνὶ χώρῳ τέρσεται ἠελίῳ, ἑτέρας δʼ ἄρα τε τρυγόωσιν, ἄλλας δὲ τραπέουσι · πάροιθε δέ τʼ ὄμφακές εἰσιν ἄνθος ἀφιεῖσαι, ἕτεραι δʼ ὑποπερκάζουσιν. ἔνθα δὲ κοσμηταὶ πρασιαὶ παρὰ νείατον ὄρχον παντοῖαι πεφύασιν…
Homer, Odyssey
-
…ἀποβάντες ἐπὶ χθόνα μῦθον ἄκουον τόν ῥʼ Ἕκτωρ ἀγόρευε Διῒ φίλος · ἐν δʼ ἄρα χειρὶ ἔγχος ἔχʼ ἑνδεκάπηχυ · πάροιθε δὲ λάμπετο δουρὸς αἰχμὴ χαλκείη, περὶ δὲ χρύσεος θέε πόρκης, τῷ ὅ γʼ ἐρεισάμενος ἔπεα Τρώεσσι μετηύδα ·…
Homer, Iliad
-
…ἐξ ἐμεῦ, ὡς ἄν τίς σε συναντόμενος μακαρίζοι. ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον, μνηστῆρες δὲ πάροιθεν Ὀδυσσῆος μεγάροιο δίσκοισιν τέρποντο καὶ αἰγανέῃσιν ἱέντες, ἐν τυκτῷ δαπέδῳ, ὅθι περ πάρος ὕβριν ἔχοντες. ἀλλʼ ὅτε…
Homer, Odyssey
-
…οἶνον · σῖτον δέ σφʼ ἄλοχοι καλλικρήδεμνοι ἔπεμπον. ὣς οἱ μὲν περὶ δεῖπνον ἐνὶ μεγάροισι πένοντο. μνηστῆρες δὲ πάροιθεν Ὀδυσσῆος μεγάροιο δίσκοισιν τέρποντο καὶ αἰγανέῃσιν ἱέντες ἐν τυκτῷ δαπέδῳ, ὅθι περ πάρος, ὕβριν ἔχοντες. Ἀντίνοος δὲ…
Homer, Odyssey
-
…πότνια μήτηρ ἡμένη ἐν βένθεσσιν ἁλὸς παρὰ πατρὶ γέροντι · καρπαλίμως δʼ ἀνέδυ πολιῆς ἁλὸς ἠΰτʼ ὀμίχλη, καί ῥα πάροιθʼ αὐτοῖο καθέζετο δάκρυ χέοντος, χειρί τέ μιν κατέρεξεν ἔπος τʼ ἔφατʼ ἔκ τʼ ὀνόμαζε · τέκνον τί κλαίεις ;…
Homer, Iliad
-
…; γυναῖκα μαραινομέναν νόσῳ κατὰ γᾶς χθόνιον παρʼ Ἅιδαν. οὔποτε φήσω γάμον εὐφραίνειν πλέον ἢ λυπεῖν, τοῖς τε πάροιθεν τεκμαιρόμενος καὶ τάσδε τύχας λεύσσων βασιλέως, ὅστις ἀρίστης ἀπλακὼν ἀλόχου τῆσδʼ ἀβίωτον τὸν ἔπειτα χρόνον βιοτεύσει. Ἅλιε καὶ…
Euripides, Alcestis
-
…πόθεν ; οὐκ αὐχῶ. τί σε θαρσύνει ; πῶς ἂν ἔρημον τάφον Ἄδμητος κεδνῆς ἂν ἔπραξε γυναικός ; πυλῶν πάροιθε δʼ οὐχ ὁρῶ πηγαῖον ὡς νομίζεται χέρνιβʼ ἐπὶ φθιτῶν πύλαις. χαίτα τʼ οὔτις ἐπὶ προθύροις τομαῖος, ὃ δὴ…
Euripides, Alcestis
-
…ναιεταόντων. τὼ δʼ ἄρʼ ἀναΐξαντʼ Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱὸς ἐσφόρεον κόρυθάς τε καὶ ἀσπίδας ὀμφαλοέσσας ἔγχεά τʼ ὀξυόεντα · πάροιθε δὲ Παλλὰς Ἀθήνη, χρύσεον λύχνον ἔχουσα, φάος περικαλλὲς ἐποίει. δὴ τότε Τηλέμαχος προσεφώνεεν ὃν πατέρʼ αἶψα ·…
Homer, Odyssey
-
…ἀνέβη μέγαν οὐρανὸν Οὔλυμπόν τε. εὗρεν δʼ εὐρύοπα Κρονίδην ἄτερ ἥμενον ἄλλων ἀκροτάτῃ κορυφῇ πολυδειράδος Οὐλύμποιο · καί ῥα πάροιθʼ αὐτοῖο καθέζετο, καὶ λάβε γούνων σκαιῇ, δεξιτερῇ δʼ ἄρʼ ὑπʼ ἀνθερεῶνος ἑλοῦσα λισσομένη προσέειπε Δία Κρονίωνα ἄνακτα ·…
Homer, Iliad
-
…ἐπʼ ὀφρύσι νεῦσε · νόησε δὲ δῖος Ὀδυσσεύς, ἐκ δʼ ἦλθεν μεγάροιο παρὲκ μέγα τειχίον αὐλῆς, στῆ δὲ πάροιθʼ αὐτῆς · τὸν δὲ προσέειπεν Ἀθήνη · διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχανʼ Ὀδυσσεῦ. ἤδη νῦν σῷ παιδὶ ἔπος φάο μηδʼ…
Homer, Odyssey