παχυκάρδιος Save LSJ Bailly 2024 Pape πᾰχυ-κάρδιος, ον, = βαρυκάρδιος, Gloss. παχυ·κάρδιος, ος, ον [ᾰῠ] au cœur grossier, Chrys. Étym. π. καρδία. παχυκάρδιος, dickherzig, Sp.