παχύαιμος
παχύαιμος, thick-blooded
πᾰχύ-αιμος [ῠ], ον,
- thick-blooded, Hp. Vict. 2.46.
παχύ·αιμος, ος, ον [ᾰχ] au sang épais, Hpc. 357, 10.
Étym. παχύς, αἷμα.
παχύαιμος, dickblütig, Hippocr.