πάχης
πάχης, fleshy, stout
πάχης [ᾰ], ητος, ὁ, ἡ,
- fleshy, stout, Tz. H. 9.305.
- II πάχητες· πλούσιοι, παχεῖς, Hsch.; cf. παχύς II.
πάχης, fleshy, stout