παχνώδης
παχνώδης, chill, cold
παχν-ώδης, ες,
- = παχνήεις, Gp. 1.12.27: metaph., chill, cold, αὐχμός Hymn.Is. 146.
παχνώδης, ης, ες, c. παχνήεις, Geop. 1, 12, 27.
Étym. πάχνη, -ωδης.
παχνώδης, ες, = παχνήεις, Sp.