πεδιάσιος
πεδιάσιος, of the plain
πεδῐάσιος, ον,
- of the plain, σμύρνα Dsc. 1.64 (v.l. -άσιμος) ; οἱ π. dwellers in the plain, Str. 15.1.58; = πεδιεῖς, Phot., Suid. s.v. πάραλοι.
πεδιάσιος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Str. 15, 1, 58 Kram. ; Diosc. 1, 77.
πεδιάσιος, = πεδιαῖος.
πεδιάσιος, ον,
πεδίον
- of the plain, Strab.