πεζομάχης
πεζο-μάχης [ᾰ], ου, ὁ,
- = πεζομάχος, ἄνδρες Pi. P. 2.65.
*πεζο·μάχης, dor. πεζο·μάχας, α (ὁ) [ᾰᾱ] c. πεζομάχος, Pd. P. 2, 121.
πεζομάχης, ὁ, = πεζομάχος, Pind. P. 2.65.
πεζομάχης
πεζο-μάχης, ου, ὁ,
= πεζομάχος, Pind.