Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πεζόφορος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πεζίτης
πεζοβατέω
πεζοβόας
πεζογραφέω
πεζογραφία
πεζογράφος
πεζοδρόμος
πεζοθηρία
πεζοθηρικός
πεζολεκτέω
πεζολέκτης
πεζολογέω
πεζολογία
πεζολογικῶς
πεζολόγος
πεζομάχας
πεζομαχέω
πεζομάχης
πεζομαχία
πεζομάχος
πεζονομικός
πεζονόμος
πεζοπορέω
πεζοπορία
πεζοπόρος
πεζός
πεζότης
πεζοφανής
πεζοφορέω
πεζοφόρος
πεζόφορος
πεζῶς
πεῖ
Πεῖα
πεῖαρ
Πειθαγόρας
πειθανάγκη
πειθαναλογία
πειθάνιος
πειθανολογία
πειθανός
πειθάνωρ
πειθαρχέω
πειθάρχησις
πειθαρχία
πειθαρχικός
πείθαρχος
πείθημι
πειθήμων
πειθήνιος
πειθηνίως
πειθήνωρ
Πειθήνωρ
Πειθιάνασσα
Πειθίας
πειθοδικαιόσυνος
Πειθόλαος
Πειθόλας
πειθός
πείθω
πειθώ
…
πεζόφορος
Save
Pape
πεζόφορος
,
bis zu den Füßen reichend oder herabwallend
, ζώματα, Aesch. frg. 220.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}