πεζοφόρος Save πεζοφόρος, bordered LSJ Bailly 2024 πεζο-φόρος, ον, (πέζα II.2) bordered, ζώματα A. Fr. 246. πεζο·φόρος, ος, ον, bordé d’une frange, Eschl. fr. 226 Dind. Étym. π. φέρω.