πειθάρχησις Save LSJ Bailly 2024 Pape πειθάρχ-ησις, εως, ἡ, = sq., Eustr. in EN 118.10. πειθάρχησις, εως (ἡ) obéissance, Eustr. Nic. 118, 10. Étym. πειθαρχέω. πειθάρχησις, ἡ, = πειθαρχία, Euseb. u. Sp.