Πειθαγόρας Save Πειθαγόρας, Pithagoras Bailly 2024 Πειθ·αγόρας, ion. Πειθ·αγόρης, εω (ὁ) Peithagorès, h. Hdt. 5, 46. Étym. πείθω, ἀγορά.