πειρατεία Save Bailly 2024 Pape πειρατεία, ας (ἡ) [ᾱτ] piraterie, Orig. (Eus. P.E. 282b). Étym. πειρατεύω. πειρατεία, [ᾱ], ἡ, Seeräuberei, Hesych.